χόρτος

χόρτος
χόρτος
1 pasture ὅσσα τ' ἐν Δελφοῖσιν ἀριστεύσατε ἠδὲ χόρτοις ἐν λέοντος (at Nemea) O. 13.44

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χόρτος — enclosed place masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτος — ὁ, ΜΑ αυτοφυές χόρτο, χρησιμοποιούμενο ιδίως για ζωοτροφή (α. «ὁ ἐξανατέλλων χόρτον τοῑς κτήνεσι...», ΠΔ β. «σῑτον ἐσενηνέχθαι πολλὸν καὶ χόρτον τοῑσι ὑποζυγίοισι», Ηρόδ.) αρχ. 1. τόπος περιφραγμένος και φυτευμένος με διάφορα φυτά και δέντρα,… …   Dictionary of Greek

  • χόρτοι — χόρτος enclosed place masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτοιο — χόρτος enclosed place masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτοις — χόρτος enclosed place masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτοισι — χόρτος enclosed place masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτον — χόρτος enclosed place masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτου — χόρτος enclosed place masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτους — χόρτος enclosed place masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτων — χόρτος enclosed place masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτῳ — χόρτος enclosed place masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”